Μέσα στο Κάστρο των Ιωαννίνων, σε έναν μικρό δρόμο που συνδέει τις οδούς Παλαιολόγου και Θανάση Βάγια, έχει δοθεί το όνομα του Κώστα Παπανικολάου ή Βουρμπιανιώτη ή Γραμματικού.
Ο καταγόμενος από τη Βούρμπιανη της Κόνιτσας, έμελλε να μείνει στην ιστορία ως Κώστας Γραμματικός, ένας από τους «υπουργούς» του Αλή Πασά.
«Ο Κώστας ο Γραμματικός με το υψηλόν ανάστημα, με το αρρενωπόν ύφος του, με την εξωτερικήν στολήν του καπλατισμένην με ατλάζια και χρυσά τσαπάρια, πλαισιούμενη από τζουμπεδες και λιμπαντέδες πολύτιμους» περιγράφει ο Ευριπίδης Σούρλας στη σχετική μονογραφία του (1939), με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τον θάνατο του Γραμματικού.
Ο Σούρλας κατείχε, όπως αναφέρει, έγγραφα και χειρόγραφα του ίδιου του Γραμματικού. Ένα από αυτά έχει τον τίτλο «Ο Χαλασμός μου» και περιγράφει την περιουσία που έχασε, όταν το σπίτι του στη Βούρμπιανη πολιορκήθηκε από τον Σιληχτάρ Πόδα, το 1826.
Ο Πόδας ή Μπόδας, ήταν ο αρχηγός του τουρκικού στρατού στην περιοχή των Τρικάλων, τον οποίο είχε… στολίσει επανειλημμένα ο αθυρόστομος Καραϊσκάκης.
Ο Γραμματικός είχε υποστεί άλλες δύο δημεύσεις περιουσίας: μια το 1820, από τον Ισμαήλ Πασά, όταν αυτός εκστράτευσε εναντίον του Αλή και των Ιωαννίνων. Όταν ο Αλής σκοτώθηκε, ο Γραμματικός υπέστη ουσιαστικά δήμευση, ως μέλος της κυβέρνησης των ηττημένων. Μάλιστα, φαίνεται ότι γλίτωσε τελευταία στιγμή, μαζί με τον Αλέξη Νούτσο, την τραγική μοίρα του Μάνθου Οικονόμου, ο οποίος εκτελέστηκε στο Μέτσοβο.
Άλλη μια φορά, είχε χάσει την περιουσία του το 1824, από τον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος τον φυλάκισε, με απειλή εκτέλεσης.
Ο Γραμματικός συμπεριλαμβανόταν στον στενό κύκλο συνεργατών του Αλή Πασά, με ανθρώπους όπως ο Μάνθος Οικονόμου και ο Σπύρος Κολοβός, με τον οποίο είχε πιο στενές, φιλικές σχέσεις. Είχε επίσης συμμετάσχει στις διπλωματικές επαφές του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες, στους οποίους είχε προστρέξει ο Αλής, όταν τον πολιορκούσε ο Χουρσίτ.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Σπύρο Ασδραχά, ο Γραμματικός είχε υποστεί άλλες δύο οικονομικές καταστροφές. Η ιδιαιτερότητα ήταν ότι τις κατέγραφε κανονικά, όχι ως απλά απομνημονεύματα, αλλά ως οικονομικό απολογισμό.
Μάλιστα, σε μια από τις διαλέξεις του για τον Γραμματικό, ο Ασδραχάς ανέφερε και ένα σχετικό ανέκδοτο, για το πώς έγινε έμπιστος του Αλή Πασά:
Κάποτε ο Αλής ζήτησε κάποιον που να ξέρει γράμματα, στην αυλή του, για να γράψει μια επιστολή, ένα μπουγιουρντί. Ο Γραμματικός είπε ότι γνωρίζει γραφή και άρχισε να γράφει ό,τι του υπαγόρευε ο Αλής.
Στο τέλος, του ζήτησε να του διαβάσει ό,τι είχε γράψει.
Ο Γραμματικός του διάβασε όντως, αλλά στο τέλος, είχε προσθέσει και το εξής: «Και άμα δεν κάμεις ό,τι σου λέγω, θα σε φάει το μαύρο φίδι».
Στην έκπληξη του Αλή, που παρατήρησε ότι δεν του είχε υπαγορέψει τα περί φιδιών κ.λπ., ο Γραμματικός απάντησε: «Γιατί, δεν θα τον φάει;».
Το ιστορικό ανέκδοτο έχει «ταιριάξει» και με άλλους συγχρόνους του Γραμματικού. Ενδεχομένως, είναι και ο λόγος για τον οποίο, ιστορικοί σαν τον Αραβαντινό, δεν κατέγραψαν τη δράση του με θετικά λόγια.
Ο Γραμματικός δεν ήταν ο μόνος άνθρωπος της αυλής του Αλή που είχε δεχθεί κριτική για τη δράση του. Οι «γείτονες» στους δρόμους του Κάστρου, ο Τσαπαλάμος λιγότερο και ο Αλέξης Νούτσος, αλλά περισσότερο από όλους ο Θανάσης Βάγιας, είχαν δεχθεί αρκετά πυρά.
Ο Σούρλας (1939) αναφέρει τον αντίλογο, όπως τον κατέγραψε ο August Boppe, ερευνητής της ναπολεόντιας περιόδου: «Οι Γραμματείς του Αλή Πασά Σπύρος Κολοβός, Κώστας Γραμματικός, Μάνθος Οικονόμου και λοιποί, με τον ρόλον που έπαιξαν εις την Αυλήν του Αλή Πασά, συνετέλεσαν εις την διατήρησιν και ανάπτυξιν της Ελληνικής Εθνικής συνειδήσεως».