H κυβερνητική προσπάθεια να βρεθεί ένα «εθνικό αφήγημα» για τα δύο οθωμανικά μνημεία που παραδόθηκαν αναστηλωμένα πριν από τρεις εβδομάδες στα Γιάννενα, βρήκε… ακόμα πιο δεξιό αντίλογο.
Ο λόγος του Προέδρου της Δημοκρατίας Κώστα Τασούλα, που εκείνη τη μέρα επιχείρησε να εξισορροπήσει εντυπώσεις, πηγαίνοντας από τη θεία λειτουργία της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στο Τζαμί της Καλούτσιανης, είχε αρκετές (όχι ασυνήθιστες για τον κ. Τασούλα), ιστορικές ακροβασίες.
Ο ΠτΔ, ο οποίος επέμενε ότι τα Γιάννενα είναι «πρωτίστως βυζαντινά», εγκαινιάζοντας δύο οθωμανικά μνημεία, είπε μεταξύ άλλων ότι το Δεσποτάτο της Ηπείρου «πέρασε αναίμακτα το φθινόπωρο του 1430 στα χέρια των Οθωμανών, γιατί διδαχθήκαμε από την άλωση της Θεσσαλονίκης, που είχε σφαγές και εξανδραποδισμούς και οι Γιαννιώτες φρόντισαν, αυτά, να τα αποφύγουν και τα απέφυγαν και πήραν προνόμια».
Και παρακάτω, εκτίμησε ότι «όλα αυτά καταργήθηκαν» με την αποτυχημένη εξέγερση του επίσκοπου Τρίκκης.
Ο κ. Τασούλας δεν έκανε κάποια λανθασμένη ιστορική αναφορά (εκτός από την επιτηδευμένη των «βυζαντινών Ιωαννίνων»). Αντίθετα μάλιστα, αναπαρήγαγε το αφήγημα των σωφρώνων που δεν επιθυμούν εξεγέρσεις, ειδικά αν αυτές έχουν κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά: οι μη έχοντες, εναντίον της εξουσίας των εχόντων.
Έτσι και αλλιώς είναι υποστηρικτής αυτού του αφηγήματος.
Τώρα όμως, βρήκε αντίλογο από ένα δυνητικό του «ακροατήριο»: η ακροδεξιά «Νίκη» με ανακοίνωσή της, του ζητάει να παραιτηθεί, με αφορμή τις δύο νύξεις του.
Το ακόμα καλύτερο είναι και ότι και η «Νίκη» δεν αμφισβητεί τη σκοπιμότητα των αποφάσεων των αρχών των Ιωαννίνων (δηλαδή των πλούσιων αστών της εποχής):
«Το ζήτημα δεν είναι να κρίνουμε, ύστερα από έξι αιώνες και εκ του ασφαλούς, την απόφαση των Γιαννιωτών του 1430. Βρέθηκαν μπροστά στην τραγική απειλή της σφαγής και του εξανδραποδισμού» αναφέρει το κόμμα.
Ελέγχει όμως τον ΠτΔ για το «διδαχθήκαμε» και επισείσει τον κίνδυνο για ένα «επικίνδυνο δόγμα υποτέλειας, απολύτως ξένο προς την ιστορική συνείδηση του Ελληνισμού».
Η «Νίκη» επιμένει και αυτή στο αφήγημα του διαρκώς επαναστατημένου ελληνισμού, επιχειρώντας μια πιο εθνική αφήγηση από αυτή του κ. Τασούλα.
Τέλος, καλεί τον κ. Τασούλα «να διευκρινίσει και να διορθώσει δημόσια τη θέση του. Να δηλώσει ξεκάθαρα ότι η υποταγή στον κατακτητή δεν αποτελεί εθνικό δίδαγμα και η αντίσταση για την ελευθερία δεν αποτελεί ιστορικό σφάλμα. Εάν δεν μπορεί να το πράξει, τότε τίθεται ζήτημα αν μπορεί να εκφράζει από το ύπατο πολιτειακό αξίωμα την ιστορική συνείδηση και το φρόνημα του ελληνικού λαού».