Το νέο του βιβλίο εκδίδει ο Βασίλης Νιτσιάκος. Ο τίτλος του είναι «διά λεβεντιάν. Δύο μαρτυρίες ομηρίας» -από τις γιαννιώτικες εκδόσεις «Ισνάφι».
Ο Τύπος Ιωαννίνων φιλοξενεί μια προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο.
Υπάρχει πράγματι συνέχεια «κλέφτης, αντάρτης, παλικάρι...»; ή είναι απλά ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα πολιτικοποιημένων διανοουμένων της αριστεράς στο πλαίσιο της γνωστής θεωρίας περί «πρωτόγονης επανάστασης» και «κοινωνικής ληστείας»;
Από την άλλη μεριά, έχουμε την κυρίαρχη άποψη της εθνικά προσανατολισμένης ιστοριογραφίας και Λαογραφίας που μυθοποίησε το φαινόμενο της κλεφτουριάς, ανάγοντας τον κλέφτη σε εθνικό ήρωα.
Και οι δύο αυτές ιδεολογικά φορτισμένες προσεγγίσεις έχουν υποστεί τη βάσανο της κριτικής από νεότερες θεωρήσεις, τόσο ιστορικές όσο και ανθρωπολογικές, οι οποίες αξιοποίησαν και τα μεθοδολογικά εργαλεία της προφορικής ιστορίας. Εκτός από τις μελέτες της Βαν Μπούσχοτεν, μπορούμε ενδεικτικά να αναφέρουμε την εργασία του ανθρωπολόγου Sant Cassia (1993), την κλασική μελέτη του Κολιόπουλου (1979), αλλά και τις νεότερες μελέτες των ιστορικών Νίκου Βαφέα (2012), Βαγγέλη Τζούκα (2007) και Νίκου Αναστασόπουλου (2018).
Η υπόθεση της συνέχειας ή μη από τον κλέφτη στον αντάρτη δεν θα μας απασχολήσει, δεδομένου ότι οι μαρτυρίες που παρουσιάζουμε αφορούν προηγούμενες φάσεις του φαινομένου, η μία τα τέλη του 19ου αιώνα και η άλλη εκείνη του μεσοπολέμου, που συνδέεται και με το τέλος του.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν και σε ποιο βαθμό το ληστρικό φαινόμενο παρουσιάζει μια συνέχεια ανάμεσα στον 19ο και τον 20ό αιώνα, κατά τη μετάβαση από την οθωμανική κυριαρχία στο εθνικό κράτος, δηλαδή ουσιαστικά με την ενσωμάτωση των βορείων διαμερισμάτων της χώρας με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων (1912-13). Αυτή η ενσωμάτωση σήμανε τη μετάβαση από τις προβιομηχανικές κοινωνικο-οικονομικές δομές κατεξοχήν αγροτικών περιφερειών στη νεωτερικότητα, μια διαδικασία σύνθετη και δύστροπη. Η δυσκολία ένταξης και προσαρμογής στο νεοπαγές κράτος, που ταλανιζόταν έτσι κι αλλιώς από δικά του προβλήματα εκσυγχρονισμού, είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και μια έντονη στροφή στην παραβατικότητα, της οποίας η πιο σκληρή μορφή ήταν η ληστεία.
Πέρα από την πολύπλοκη υπόθεση της εξισορρόπησης ανάμεσα σε παραδοσιακούς κώδικες αξιών και μορφές εθιμικού δικαίου, υπήρχαν και συγκεκριμένα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, που διευκόλυναν τη συνέχιση ληστρικών συμπεριφορών του αγροτικού κόσμου και ιδιαίτερα των ομάδων εκείνων που η ιστορική τους διαδρομή ήταν συνυφασμένη με το φαινόμενο, κυρίως των νομάδων κτηνοτρόφων.
Η αγροτική μεταρρύθμιση που ξεκίνησε το 1917, παραδείγματος χάριν, με την κατάργηση του τσιφλικιού οδήγησε και στην κατάρρευση του τσελιγκάτου, ενός θεσμού άρρηκτα δεμένου με το τσιφλίκι. Το προσφυγικό ζήτημα μετά το 1923, με τη διανομή γαιών που πριν χρησιμοποιούν κτηνοτρόφοι και όχι μόνο, επέτεινε την υποβόσκουσα οικονομική κρίση, δεδομένου και του γεγονότος της απότομης μείωσης της μετανάστευσης προς τις ΗΠΑ, που αποτελούσε μέχρι το 1920 μια ασφαλιστική δικλείδα για την επιβίωση και αναπαραγωγή των νοικοκυριών.
Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι εμπόλεμες καταστάσεις κατά και μετά τους Βαλκανικούς, κυρίως η Μικρασιατική εκστρατεία, συνέβαλαν στη συνέχιση της εξόδου στην παρανομία, κατά κανόνα στη ληστεία, νέων ανδρών, προκειμένου να αποφύγουν τη στρατολόγησή τους (λιποταξία). Να προσθέσουμε ακόμα ότι οι εμπόλεμες καταστάσεις διευκολύνουν την κυκλοφορία όπλων, με αποτέλεσμα η χρήση τους να είναι καθημερινή, δεδομένης και της συμβολικής τους σημασίας σε σχέση με την «ποιητική του ανδρισμού» (Herzfeld, 1985).
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις διοικητικές αδυναμίες, το πελατειακό σύστημα, τη φαυλότητα και τη διαφθορά του κράτους εξέθρεψαν περαιτέρω την «παράδοση ανταρσίας» και συνέβαλαν σε μια σχετική αποδοχή του ληστρικού φαινομένου, και ιδιαίτερα στον ορεινό χώρο, όπου ιστορικά άνθισε. Ήταν φυσικό, η καχυποψία απέναντι σ’ ένα εχθρικό κράτος των χωροφυλάκων και των φοροεισπρακτόρων να προκαλεί και θετικά συναισθήματα απέναντι στους απείθαρχους και «ανυπότακτους» ληστές, παράλληλα με τον φόβο που προκαλούσαν στον κόσμο της υπαίθρου αλλά και των πόλεων. Σ ̓ αυτό συνέβαλε, όπως είπαμε, και το ληστρικό μυθιστόρημα.
Δεν είναι τυχαία η συχνή εμπλοκή και συνεργασία ληστών με εκπροσώπους της κεντρικής εξουσίας σε βαθμό που να επηρεάζουν ακόμα και τις εκλογικές διαδικασίες και συμπεριφορές. Το παράδειγμα των Ρετζαίων είναι το πλέον χαρακτηριστικό.